Μετάφραση του "kitel" σε Ελληνικά

Το ποδιά είναι η μετάφραση του "kitel" σε Ελληνικά.

kitel noun masculine γραμματική

lekkie ubranie ochronne noszone w pracy lub w celach higienicznych; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ποδιά

    noun feminine

    lekkie ubranie ochronne noszone w pracy lub w celach higienicznych; [..]

    Gość w białym kitlu powiedział, że mogę zaczekać na panią.

    Ένας τύπος με άσπρη ποδιά μου είπε ότι μπορώ να σας περιμένω εδώ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kitel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kitel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη