Μετάφραση του "losowy" σε Ελληνικά
Το τυχαίος είναι η μετάφραση του "losowy" σε Ελληνικά.
losowy
adjective
masculine
γραμματική
przypadkowy, niezależny od decyzji [..]
-
τυχαίος
adjective masculineprzypadkowy, niezależny od decyzji
Oscar jest jakimś losowym wampirem w heretyckiej cukrowej skorupce.
Ο Όσκαρ είναι ένας τυχαίος βρικόλακας μέσα σε αιρετικό καβούκι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " losowy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "losowy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γεννήτρια Τυχαίων Αριθμών
-
Γεγονός
-
επιλέγω με τυχαία σειρά · τυχαία · τυχαία σειρά
-
Τυχαία μεταβλητή
-
τυχαία δοκιμασία (δοκιμή)
-
επιλέγω με τυχαία σειρά · τυχαία · τυχαία σειρά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη