Μετάφραση του "lot" σε Ελληνικά

Το πτήση είναι η μετάφραση του "lot" σε Ελληνικά.

lot noun masculine γραμματική

przemieszczanie się w jakiejś przestrzeni w powietrzu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πτήση

    noun feminine

    podróż, np. samolotem, balonem [..]

    Czy jest jakiś lot po południu?

    Υπάρχει μια πτήση το απόγευμα;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lot noun masculine

Lot (rzeka)

+ Προσθήκη

"Lot" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Lot στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

LOT noun masculine γραμματική

polskie linie lotnicze;

+ Προσθήκη

"LOT" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το LOT στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "lot"

Φράσεις παρόμοιες με "lot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη