Μετάφραση του "lotnik" σε Ελληνικά
Οι αεροπόρος, πιλότος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lotnik" σε Ελληνικά.
lotnik
Noun
noun
masculine
γραμματική
lotn. zaw. człowiek, który lata samolotem lub należy do jego obsługi [..]
-
αεροπόρος
noun m-fZnów ten lotnik, co wyjada moje racje?
Ο αναθεματισμένος αεροπόρος έφαγε τις μερίδες μου πάλι
-
πιλότος
noun masculineNa tym statku jest lotnik który potrzebuje ciebie bardziej niż ja.
Υπάρχει ένας πιλότος εκεί πάνω που σε χρειάζεται περισσότερο από μένα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lotnik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη