Μετάφραση του "makaron" σε Ελληνικά

Οι μακαρόνι, ζυμαρικά, μακαρόνια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "makaron" σε Ελληνικά.

makaron noun masculine γραμματική

spoż. kulin. półprodukt żywnościowy wytwarzany z ciasta zagniecionego z mąki, wody i soli; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακαρόνι

    noun neuter

    spoż. kulin. półprodukt żywnościowy wytwarzany z ciasta zagniecionego z mąki, wody i soli; [..]

    Patrzcie na tej naszyjnik z makaronu, który Travis zrobił mi, jak miał rok.

    Κοιτάξτε το κολιέ από μακαρόνι που μου έφτιαξε ο Τραβις όταν ήταν ενός έτους.

  • ζυμαρικά

    noun neuter

    Tylko pakowane makarony orientalne typu noodle gotowe do spożycia, przeznaczone do sprzedaży detalicznej

    μόνο προσυσκευασμένα κινέζικα ζυμαρικά έτοιμα προς βρώση, προοριζόμενα για λιανική πώληση

  • μακαρόνια

    noun n-p

    Ostatni raz jak brales te pigulki, musialem wyjmowac ci leb z makaronu!

    Την τελευταία φορά που πήρες τα γαμημένα τα χάπια έχωσες το κεφάλι σου μέσα στα μακαρόνια.

  • ζυμαρικό

    noun

    Podała kurczaka piccata z tym grubawym ryżem, który przypomina to coś w rodzaju makaronu.

    Είχε κοτόπουλο πικάτα με λίγο χοντρό ρύζι κάτι σαν ζυμαρικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " makaron " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Makaron
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ζυμαρικό

    produkt żywnościowy z mąki, wody i czasem jaj, podstawa kuchni włoskiej

    Podała kurczaka piccata z tym grubawym ryżem, który przypomina to coś w rodzaju makaronu.

    Είχε κοτόπουλο πικάτα με λίγο χοντρό ρύζι κάτι σαν ζυμαρικό.

Εικόνες με "makaron"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "makaron" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη