Μετάφραση του "malarka" σε Ελληνικά

Το ζωγράφος είναι η μετάφραση του "malarka" σε Ελληνικά.

malarka noun feminine γραμματική

szt. artystka, która maluje obrazy

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζωγράφος

    noun masculine

    Nie, tata pracuje w reklamie, a mama jest malarką.

    Ο μπαμπάς μου είναι στη διαφήμιση, και η μαμά μου είναι ζωγράφος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " malarka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "malarka"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "malarka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη