Μετάφραση του "malarstwo" σε Ελληνικά
Το ζωγραφική είναι η μετάφραση του "malarstwo" σε Ελληνικά.
malarstwo
noun
neuter
γραμματική
szt. sztuka plastyczna posługująca się m.in. plamą barwną, linią nakładaną na określoną powierzchnię (np. płótno, tektura, deska, ściana); [..]
-
ζωγραφική
noun feminineszt. sztuka sztuka plastyczna posługująca się m.in. plamą barwną, linią nakładaną na określoną powierzchnię (np. płótno, tektura, deska, ściana); [..]
Przy tego rodzaju maszynie zbliżyłem się najbardziej, jak mogłem do malarstwa.
Αυτή τώρα η μηχανή είναι ότι πιο κοντά μπορώ να φτάσω στη ζωγραφική.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " malarstwo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "malarstwo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ρωπογραφία
-
πολεμικές σκηνές
-
τέμπερα
-
μυθολογικά θέματα
-
αγγειογραφία
-
προσωπογραφία
-
ελαιογραφία
-
έργο θρησκευτικής θεματολογίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη