Μετάφραση του "maszynka" σε Ελληνικά

Οι λάμα, μηχάνημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maszynka" σε Ελληνικά.

maszynka Noun noun feminine γραμματική

zdrobn. od: maszyna [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάμα

    noun
  • μηχάνημα

    noun neuter

    Buzia jej się nie zamyka, gdy gada o maszynce do makaronu.

    Της αρέσει να μιλάει για το πόσο θα'θελε ένα μηχάνημα για ζυμαρικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " maszynka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "maszynka"

Φράσεις παρόμοιες με "maszynka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "maszynka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη