Μετάφραση του "mechanik" σε Ελληνικά

Οι μηχανικός, μηχανοτεχνίτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mechanik" σε Ελληνικά.

mechanik noun masculine γραμματική

osoba, która zajmuje się obsługą oraz naprawą maszyn i urządzeń [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μηχανικός

    noun masculine

    Osoba specjalizująca się w budowie lub naprawie maszyn. [..]

    Przestań zachowywać się jak mechanik i znajdź mi szybko jakieś wyjście.

    Σταμάτα να σκέφτεσαι ως μηχανικός και βρες μου κάτι να το πυροβολήσω.

  • μηχανοτεχνίτης

    noun masculine

    Osoba specjalizująca się w budowie lub naprawie maszyn.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mechanik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mechanik"

Φράσεις παρόμοιες με "mechanik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mechanik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη