Μετάφραση του "mechanika" σε Ελληνικά
Οι μηχανική, Μηχανική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mechanika" σε Ελληνικά.
mechanika
noun
feminine
γραμματική
techn. dział techniki zajmujący się konstruowaniem i budowaniem maszyn i pojazdów; [..]
-
μηχανική
noun femininePrzestań zachowywać się jak mechanik i znajdź mi szybko jakieś wyjście.
Σταμάτα να σκέφτεσαι ως μηχανικός και βρες μου κάτι να το πυροβολήσω.
-
Μηχανική
Mój główny mechanik twierdzi, że naprawy zajmą trzy-cztery dni.
Ο Μηχανικός μου λέει ότι θέλετε 3 με 4 μέρες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mechanika " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mechanika" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μηχανικός αυτοκινήτων
-
Στατιστική μηχανική · στατιστική μηχανική
-
μηχανικός · μηχανοτεχνίτης
-
γενική μηχανολογία · μηχανολογία
-
μηχάνημα ακριβείας · μηχανική ακριβείας
-
Νευτωνική μηχανική · κλασική μηχανική
-
εδαφομηχανική
-
Εδαφομηχανική
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη