Μετάφραση του "menhir" σε Ελληνικά

Το μενίρ είναι η μετάφραση του "menhir" σε Ελληνικά.

menhir Noun noun masculine γραμματική

archeol. w kulturze celtyckiej: nieociosany lub częściowo obrobiony głaz (najczęściej zaostrzony od góry);

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μενίρ

    noun neuter

    Równie dobrze mogli nas zamknąć w menhirze.

    Συμβαίνουν αυτά μέσα σ'ένα μενίρ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " menhir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "menhir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη