Μετάφραση του "mennica" σε Ελληνικά

Το νομισματοκοπείο είναι η μετάφραση του "mennica" σε Ελληνικά.

mennica noun feminine γραμματική

przedsiębiorstwo przemysłu metalowego produkujące monety, medale oraz stemple; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • νομισματοκοπείο

    noun neuter

    W następstwie przeprowadzonego przetargu publicznego cypryjskie monety euro wybiła mennica Finlandii.

    Τα κυπριακά κέρματα ευρώ παρήχθησαν από το νομισματοκοπείο της Φινλανδίας, μετά από δημόσια πρόσκληση υποβολής προσφορών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mennica " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mennica" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη