Μετάφραση του "minorowy" σε Ελληνικά

Οι ανήλικος, ασήμαντος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minorowy" σε Ελληνικά.

minorowy Adjective adjective γραμματική

płaczliwy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανήλικος

    noun masculine
  • ασήμαντος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " minorowy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "minorowy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη