Μετάφραση του "miodowy" σε Ελληνικά

Οι μελόχρουν, μελί, μέλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "miodowy" σε Ελληνικά.

miodowy adjective masculine γραμματική

kulin. spoż. dotyczący miodu, zawierający miód, zrobiony z miodu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μελόχρουν

    noun neuter
  • μελί

    neuter
  • μέλι

    noun neuter

    Takie rzeczy lepiej pasują do miesiąca miodowego niż do samego ślubu.

    Aυτά τα πράγματα ταιριάζουν πιο πολύ στο μήνα του μέλιτος παρά στην γαμήλια τελετή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " miodowy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "miodowy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μήνας του μέλιτος · σελήνη του μέλιτος
  • μήνας του μέλιτος · σελήνη του μέλιτος
  • μήνας του μέλιτος · σελήνη του μέλιτος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "miodowy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη