Μετάφραση του "mion" σε Ελληνικά

Το μιόνιο είναι η μετάφραση του "mion" σε Ελληνικά.

mion noun masculine γραμματική

fiz. nietrwała cząstka elementarna należąca do leptonów, podobna do elektronu, ale cięższa od niego

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μιόνιο

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη