Μετάφραση του "misjonarka" σε Ελληνικά

Το ιεραπόστολος είναι η μετάφραση του "misjonarka" σε Ελληνικά.

misjonarka noun feminine

rel. kobieta uczestnicząca w działalności misyjnej

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιεραπόστολος

    noun masculine

    Po krótkiej rozmowie zaproponowałem jej powołanie, aby służyła jako misjonarka.

    Μετά από συνομιλία λίγων λεπτών, εξέδωσα την κλήση να υπηρετήσει ως ιεραπόστολος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " misjonarka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "misjonarka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη