Μετάφραση του "misjonarz" σε Ελληνικά
Το ιεραπόστολος είναι η μετάφραση του "misjonarz" σε Ελληνικά.
misjonarz
noun
masculine
γραμματική
rel. duchowny lub osoba świecka uczestnicząca w działalności misyjnej [..]
-
ιεραπόστολος
noun masculineosoba udająca się na misje
Doświadczył później gwałtownej przemiany serca i wspaniale służył jako misjonarz.
Αργότερα πέρασε μέσα από μια δραματική αλλαγή καρδιάς και υπηρέτησε ως ισχυρός ιεραπόστολος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " misjonarz " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη