Μετάφραση του "moneta" σε Ελληνικά

Οι κέρμα, νόμισμα, Νόμισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moneta" σε Ελληνικά.

moneta noun feminine γραμματική

metalowy krążek lub wielobok, o określonym wymiarze, wadze i wzorze plastycznym, służący jako środek płatniczy; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κέρμα

    noun neuter

    metalowy krążek lub wielobok, o określonym wymiarze, wadze i wzorze plastycznym, służący jako środek płatniczy; [..]

    Wyjął monetę z kieszeni.

    Έβγαλε ένα κέρμα από την τσέπη του.

  • νόμισμα

    noun neuter

    Αντικείμενο που χρησιμεύει στην πληρωμή, συνήθως μεταλλικό, δισκοειδές αλλά μερικές φορές πολυγωνικό, ή ακόμα με μια τρύπα στη μέση.

    Zrobiło się gorzej, kiedy odkryto tam rzymskie monety.

    Έγινε χειρότερο όταν ανακάλυψαν μια κρύπτη με Ρωμαϊκά νομίσματα στις εκσκαφές.

  • Νόμισμα

    κομμάτι σκληρού συνήθως υλικού με τυποποιημένες διαστάσεις που χρησιμοποιείται ως χρήμα

    Zrobiło się gorzej, kiedy odkryto tam rzymskie monety.

    Έγινε χειρότερο όταν ανακάλυψαν μια κρύπτη με Ρωμαϊκά νομίσματα στις εκσκαφές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moneta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Moneta noun masculine

Forsa [..]

+ Προσθήκη

"Moneta" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Moneta στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "moneta"

Φράσεις παρόμοιες με "moneta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moneta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη