Μετάφραση του "monetaryzm" σε Ελληνικά

Οι μονεταρισμός, Μονεταρισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monetaryzm" σε Ελληνικά.

monetaryzm noun masculine γραμματική

kierunek ekonomiczny głoszący konieczność ścisłej kontroli podaży pieniądza i jego wpływu na rynek

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονεταρισμός

    noun
  • Μονεταρισμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monetaryzm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monetaryzm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη