Μετάφραση του "morwa" σε Ελληνικά

Οι μουριά, μούρο, Μουριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "morwa" σε Ελληνικά.

morwa noun feminine γραμματική

bot. Morus L. [1], rodzaj dużych krzewów lub niewielkich drzew liściastych z rodziny morwowatych; ↑ publikacja w otwartym dostępie – możesz ją przeczytać Hasło „ Morus” w: Wikispecies – otwarty, wolny katalog gatunków, Wikimedia. [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μουριά

    noun feminine

    Jeśli jest tu skarb, to na pewno będzie koło morwy.

    Αν υπάρχει θησαυρός θα είναι εδώ, πλάι στη μουριά.

  • μούρο

    noun neuter

    Morwa ocaliła mi życie.

    Ένα μούρο μου έσωσε τη ζωή...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " morwa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Morwa
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μουριά

    Μουριά (φυτό)

    Jeśli jest tu skarb, to na pewno będzie koło morwy.

    Αν υπάρχει θησαυρός θα είναι εδώ, πλάι στη μουριά.

Εικόνες με "morwa"

Φράσεις παρόμοιες με "morwa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "morwa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη