Μετάφραση του "morze" σε Ελληνικά
Οι θάλασσα, πέλαγος, πόντος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "morze" σε Ελληνικά.
geogr. hydrol. duży zbiornik słonej wody mający połączenie z oceanem; [..]
-
θάλασσα
noun feminineμεγάλη έκταση αλμυρού ύδατος [..]
Lubię pływać w morzu.
Μου αρέσει να κάνω μπάνιο στη θάλασσα.
-
πέλαγος
noun neutergeogr. duży zbiornik słonej wody mający połączenie z oceanem; [..]
Chcesz żebym leciał nad morzem... chcesz abym cię zrzucił na frachtowca?
Θέλετε να βγούμε στο πέλαγος... και να σας κατεβάσω σ'ένα πλοίο;
-
πόντος
noun masculinegeogr. geografia duży zbiornik słonej wody mający połączenie z oceanem; [..]
Tak istotnie jest, lecz jeżeli wymienimy tę mapę na mapę strategiczną, Morze Czarne staje się ogromne.
Είναι πράγματι, αλλά αν ανταλλάξουμε αυτόν τον χάρτη με έναν στρατηγικό χάρτη, ο Εύξεινος Πόντος γίνεται τεράστιος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πέλαγο
- πέλαο
- ωκεανός
- αλμυρός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " morze " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Morze (muzyka)
-
Θάλασσα
Lubię pływać w morzu.
Μου αρέσει να κάνω μπάνιο στη θάλασσα.
Εικόνες με "morze"
Φράσεις παρόμοιες με "morze" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απόρριψη (διάθεση) αποβλήτων πλοίου
-
Κίτρινη Θάλασσα
-
ύψος πάνω από τη θάλασσα
-
δίκαιο της θάλασσας
-
Ερυθρά Θάλασσα · Ερυθρά θάλασσα
-
Θάλασσα Μποφόρ
-
αποχέτευση στη θάλασσα
-
Θάλαττα