Μετάφραση του "nowicjusz" σε Ελληνικά

Το αρχάριος είναι η μετάφραση του "nowicjusz" σε Ελληνικά.

nowicjusz Noun noun masculine γραμματική

książk. człowiek nieposiadający doświadczenia, początkujący w jakimś zawodzie [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχάριος

    noun

    Byłbyś zdziwiony, jak wysoko można zajść z krwią nowicjusza-wilkołaka.

    Θα εκπλαγείς πόσο ψηλά στην ιεραρχία μπορεί να φτάσει ένας αρχάριος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nowicjusz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nowicjusz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη