Μετάφραση του "nowo" σε Ελληνικά

Το εκ νέου είναι η μετάφραση του "nowo" σε Ελληνικά.

nowo adverb γραμματική

niedawno, tyle co [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκ νέου

    W ramach tego programu zapadalne zadłużenie zostało refinansowane i w nowej postaci zaoferowane inwestorom.

    Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος, το χρέος που έληγε χρηματοδοτήθηκε εκ νέου και προσφέρθηκε εκ νέου στους επενδυτές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nowo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nowo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Νέα Καληδονία
  • Βανουάτου · Δημοκρατία του Βανουάτου · Νέες Εβρίδες
  • Νέο Δελχί
  • Νέα Ισπανία
  • σύγχρονη ιστορία · ύστερη νεότερη εποχή
  • nέο · άπειρος · δροσερός · καινούργιος · καινούριος · νέος · πρωτότυπος · πρόσφατος · φρέσκος
  • καινούργιος · νέος
  • καινούργιος · νέος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nowo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη