Μετάφραση του "nowy" σε Ελληνικά
Οι καινούργιος, νέος, πρόσφατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nowy" σε Ελληνικά.
nowy
adjective
noun
masculine
γραμματική
istniejący od niedawna [..]
-
καινούργιος
adjective masculineistniejący od niedawna
Ten komputer jest nowy.
Ο υπολογιστής είναι καινούργιος.
-
νέος
noun masculineistniejący od niedawna
To jest początek nowej ery.
Αυτή είναι η αρχή μιας νέας εποχής.
-
πρόσφατος
adjective masculineDopiero co zaczęła na nowo układać sobie życie.
Μόλις πρόσφατα άρχισε να ξαναφτιάχνει την ζωή της.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καινούριος
- πρωτότυπος
- nέο
- άπειρος
- δροσερός
- φρέσκος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " nowy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Nowy
Nowy, wspaniały świat
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Nowy" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Nowy στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "nowy"
Φράσεις παρόμοιες με "nowy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Νέα Καληδονία
-
Βανουάτου · Δημοκρατία του Βανουάτου · Νέες Εβρίδες
-
Νέο Δελχί
-
Νέα Ισπανία
-
σύγχρονη ιστορία · ύστερη νεότερη εποχή
-
καινούργιος · νέος
-
καινούργιος · νέος
-
εκ νέου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη