Μετάφραση του "nuworysz" σε Ελληνικά

Το νεόπλουτος είναι η μετάφραση του "nuworysz" σε Ελληνικά.

nuworysz Noun noun masculine γραμματική

książk. lekcew. albo pogard. osoba, która dorobiła się majątku lub pozycji społecznej, ale nie jest akceptowana przez nowe środowisko [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεόπλουτος

    Adjective masculine

    Lecz, jak każdy nuworysz, sięgnąłeś zbyt wysoko.

    Αλλά όπως όλοι οι νεόπλουτοι, το παράκανες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nuworysz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nuworysz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη