Μετάφραση του "obcy" σε Ελληνικά

Οι ξένος, άγνωστος, αλλοδαπός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obcy" σε Ελληνικά.

obcy adjective noun masculine γραμματική

ktoś nienależący do danej grupy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξένος

    adjective noun masculine

    Tak więc będę mógł zachęcać pacjentów do radzenia sobie z brzemieniem pojawiającej się nagle obcej im grawitacji.

    Ετσι θα μπορώ, ως εκ τούτου, να ενθαρρύνω τους ασθενείς να συμφιλιωθούν με το ξένο.

  • άγνωστος

    noun masculine

    Jestem wdzięczny, że nie muszę iść gdzieś do obcych.

    Είμαι ευγνώμων που δεν χρειάζεται να πάω κάπου, όπου θα είμαι άγνωστος μεταξύ αγνώστων.

  • αλλοδαπός

    noun masculine

    Sfotografowaliśmy zadziwiające nowe światy, stąpaliśmy po nieznanych terenach, smakowaliśmy obcego powietrza.

    Εμείς apos? Έχω φωτογραφηθεί παράξενους νέους κόσμους, ανήλθε σε άγνωστα τοπία, δοκιμάσει αλλοδαπός αέρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αλλοεθνής
    • εξωγήινος
    • άλλος
    • εξωτερικός
    • ξένη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obcy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "obcy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obcy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη