Μετάφραση του "obiegowy" σε Ελληνικά
Το ρεύμα είναι η μετάφραση του "obiegowy" σε Ελληνικά.
obiegowy
Adjective
adjective
γραμματική
związany z obiegiem, ruchem okrężnym [..]
-
ρεύμα
noun neuterPowstały produkt desorpcji jest następnie wchłaniany w strumieniu obiegowym odzyskiwanego produktu w dalszej płuczce wieżowej.
Το προκύπτον εκρόφημα στη συνέχεια απορροφάται σε κάποιο ρεύμα του προϊόντος το οποίο ανακτάται σε κατάντη στήλη έκπλυσης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obiegowy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη