Μετάφραση του "obiekt" σε Ελληνικά

Οι αντικείμενο, άψυχο αντικείμενο, εγκατάσταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obiekt" σε Ελληνικά.

obiekt noun masculine γραμματική

rzecz fizycznie istniejąca [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντικείμενο

    noun neuter

    όρος της πληροφορικής [..]

    Określa on właściwość ukształtowania terenu, którą reprezentuje dany obiekt.

    Καθορίζει την υψομετρική ιδιότητα την οποία αναπαριστά το αντικείμενο.

  • άψυχο αντικείμενο

    noun

    Będziemy potrzebować ciężkiego, stabilnego obiektu, który obciąży tę skrzynię.

    Θέλουμε ένα βαρύ, άψυχο αντικείμενο για το κασόνι.

  • εγκατάσταση

    noun

    miejsce do robienia czegoś

    W przypadku podejrzeń, że zwierzę może stanowić takie zagrożenie, należy trzymać je w oddzielnym obiekcie.

    Κάθε ζώο το οποίο ενδεχομένως εγκυμονεί ανάλογους κινδύνους επιβάλλεται να στεγάζεται σε χωριστή εγκατάσταση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οντότητα
    • στόχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obiekt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "obiekt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obiekt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη