Μετάφραση του "ocalenie" σε Ελληνικά

Οι διάσωση, σωτηρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ocalenie" σε Ελληνικά.

ocalenie noun neuter γραμματική

rzecz. odczas. od: ocalićKategoria:Zerwane miękkie przekierowaniaKategoria:Język polski - rzeczowniki odczasownikowe

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάσωση

    noun feminine

    Osobiście zajął się ocaleniem Nolana przed naszym wspólnym wrogiem.

    Εκείνος πήρε πάνω του, τη διάσωση του Νόλαν από τους κοινούς εχθρούς μας.

  • σωτηρία

    noun feminine

    W łazience jest chyba dusza, która potrzebuje ocalenia.

    Νομίζω υπάρχει μια ψυχή στο μπάνιο που χρειάζεται σωτηρία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ocalenie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ocalenie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βάλσαμο · διασφαλίζω · διασώζω · εξασφαλίζω · σώζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ocalenie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη