Μετάφραση του "obywatelstwo" σε Ελληνικά
Οι ιθαγένεια, υπηκοότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obywatelstwo" σε Ελληνικά.
praw. urz. związek prawny osoby fizycznej z jakimś państwem, który daje jej określone prawa i obowiązki;
-
ιθαγένεια
noun femininepraw. prawniczy urz. urzędowy związek prawny osoby fizycznej z jakimś państwem, który daje jej określone prawa i obowiązki; [..]
Zatrudniani na podstawie umów członkowie personelu międzynarodowego muszą mieć obywatelstwo państwa członkowskiego.
Το διεθνές συμβασιούχο προσωπικό έχει την ιθαγένεια ενός κράτους μέλους.
-
υπηκοότητα
noun feminineSK: Brak, z wyjątkiem wymogu, że większość członków zarządu musi posiadać obywatelstwo słowackie.
SK: Περιορισμοί: η πλειονότητα των μελών του συμβουλίου πρέπει να έχει σλοβακική υπηκοότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obywatelstwo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "obywatelstwo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διπλή ιθαγένεια
-
επίτιμος πολίτης
-
ευρωπαϊκή ιθαγένεια
-
περιβαλλοντική ιθαγένεια
-
πολιτογράφηση
-
Ευρωπαϊκή ιθαγένεια