Μετάφραση του "pancerny" σε Ελληνικά

Το τεθωρακισμένος είναι η μετάφραση του "pancerny" σε Ελληνικά.

pancerny adjective noun masculine γραμματική

taki, który ma pancerz [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεθωρακισμένος

    adjective

    wojsk. związany z wojskami pancernymi [..]

    Sir, jesteśmy 30 minut od ruszenia sił pancernych, by zaatakowały wroga, po głównej drodze transportu prowadzącej przez miasto.

    Κύριε, σε μισή ώρα θα ξεκινήσει η επίθεση τεθωρακισμένων... κατά μήκος του δρόμου που διασχίζει την πόλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pancerny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pancerny"

Φράσεις παρόμοιες με "pancerny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pancerny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη