Μετάφραση του "pancerz" σε Ελληνικά

Οι καύκαλο, θωράκιση, θώρακας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pancerz" σε Ελληνικά.

pancerz noun masculine γραμματική

zool. u niektórych zwierząt: fragment twardej skóry lub innej powierzchni chroniący narządy wewnętrzne przed uszkodzeniem mechanicznym; ubranie o takiej cesze; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • καύκαλο

    noun neuter

    zool. u niektórych zwierząt: fragment twardej skóry lub innej powierzchni chroniący narządy wewnętrzne przed uszkodzeniem mechanicznym; ubranie o takiej cesze [..]

  • θωράκιση

    noun feminine

    Pociski fused alloy przebijają pancerze i zabijają ludzi, Calleigh.

    Οι επιμεταλλωμένες σφαίρες διαπερνούν την θωράκιση και σκοτώνουν, Κάλι.

  • θώρακας

    noun masculine

    wojsk. metalowa powłoka wokół pojazdu, okrętu chroniąca jego załogę przed zagrożeniem; metalowa powłoka chroniąca dowolny przedmiot przed zniszczeniem mechanicznym [..]

    Tak czy siak, pod moim pancerzem bije serce wojownika.

    Αλλά όπως και να έχει, μέσα σε αυτό τον θώρακα, χτυπάει η καρδιά του πολεμιστή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πανοπλία
    • κέλυφος
    • καβούκι
    • οπλισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pancerz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pancerz noun masculine
+ Προσθήκη

"Pancerz" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Pancerz στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "pancerz"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pancerz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη