Μετάφραση του "patriarcha" σε Ελληνικά

Οι πατριάρχης, Πατριάρχης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "patriarcha" σε Ελληνικά.

patriarcha noun masculine γραμματική

hist. etn. mężczyzna stojący na czele rodu w społecznościach rodowych [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πατριάρχης

    noun masculine

    W starożytności na patriarchę Hioba spadało jedno nieszczęście po drugim.

    Στην αρχαιότητα, ο πατριάρχης Ιώβ χτυπήθηκε από απανωτές συμφορές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " patriarcha " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Patriarcha
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πατριάρχης

    Patriarcha Konstantynopola Joakim III wydał dokument, w którym negatywnie ocenił to tłumaczenie.

    Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ Γ ́ εξέδωσε ένα έγγραφο το οποίο αποδοκίμαζε εκείνη την απόδοση.

Εικόνες με "patriarcha"

Φράσεις παρόμοιες με "patriarcha" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "patriarcha" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη