Μετάφραση του "patriarchat" σε Ελληνικά

Οι Πατριαρχείο, πατριαρχία, Πατριαρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "patriarchat" σε Ελληνικά.

patriarchat noun masculine γραμματική

godność i władza patriarchy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πατριαρχείο

    Jako instytucja, patriarchat ekumeniczny od wieków żyje jako stosunkowo niewielki ekosystem wewnątrz o wiele większej kultury.

    Ως θεσμός, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ζει επί αιώνες ως ένα σχετικά μικρό οικοσύστημα εντός ενός πολύ μεγαλύτερου πολιτισμού.

  • πατριαρχία

    " Małe kobietki " - opowiada o czterech siostrach, które przezwyciężają ubóstwo i patriarchat...

    Λέγεται " Μικρές Κυρίες " και είναι για τέσσερις αδερφές που ξεπερνούν την φτώχεια και την πατριαρχία...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " patriarchat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Patriarchat
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πατριαρχία

    " Małe kobietki " - opowiada o czterech siostrach, które przezwyciężają ubóstwo i patriarchat...

    Λέγεται " Μικρές Κυρίες " και είναι για τέσσερις αδερφές που ξεπερνούν την φτώχεια και την πατριαρχία...

Φράσεις παρόμοιες με "patriarchat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "patriarchat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη