Μετάφραση του "pensja" σε Ελληνικά
Οι μισθός, μεροκάματο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pensja" σε Ελληνικά.
pensja
noun
feminine
γραμματική
płaca za wykonaną pracę wypłacana w równych odstępach czasu, dotycząca jakiegoś okresu [..]
-
μισθός
noun masculineMaria wie, jak ciężko wyżywić rodzinę z pensji policjanta.
Η Μαρία ξέρει ότι είναι μικρός ο μισθός του μπάτσου.
-
μεροκάματο
noun neuterWiem tylko, że wszystko poza tym to pensje.
Οι άλλες δουλειές θέλουν μεροκάματο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pensja " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pensja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εισόδημα από μη μισθωτές υπηρεσίες
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη