Μετάφραση του "penis" σε Ελληνικά

Οι πέος, καυλί, παπάρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "penis" σε Ελληνικά.

penis noun masculine γραμματική

anat. narząd kopulacyjny samców, zarówno u ludzi, jak i u niektórych zwierząt;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πέος

    noun neuter

    anat. narząd kopulacyjny samców, zarówno u ludzi, jak i u niektórych zwierząt; [..]

    Jeśli chodzi o kobiety, ja nie przepadam za penisami.

    Όταν πρόκειται για γυναίκες, δεν είμαι άντρας πέους.

  • καυλί

    noun neuter
  • παπάρα

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παπάρι
    • πούλος
    • πούτσα
    • πούτσος
    • ψωλή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " penis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "penis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη