Μετάφραση του "perfekcja" σε Ελληνικά

Το τελειότητα είναι η μετάφραση του "perfekcja" σε Ελληνικά.

perfekcja noun feminine γραμματική

doskonałość, cecha tego, co jest perfekcyjne [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • τελειότητα

    noun feminine

    doskonałość, cecha tego, co jest perfekcyjne

    Tutaj człowiek i suma jego wiedzy, nigdy nie umrą, ale będzie kroczył ku perfekcji.

    Εδώ, ο άνθρωπος και οι γνώσεις του δεν θα πεθάνουν ποτέ, θα προοδεύσουν στην τελειότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perfekcja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perfekcja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη