Μετάφραση του "perfekcjonista" σε Ελληνικά

Οι τελειομανής, περφεξιονιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perfekcjonista" σε Ελληνικά.

perfekcjonista Noun noun masculine γραμματική

człowiek dążący do doskonałości [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • τελειομανής

    noun

    Ponieważ był takim perfekcjonistą, i jest perfekcjonistą, musiał dokończyć to, co zaczął kilka lat temu.

    Κι επειδή ήταν και είναι τελειομανής, έπρεπε να ολοκληρώσει ότι άρχισε χρόνια πριν.

  • περφεξιονιστής

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perfekcjonista " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perfekcjonista" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη