Μετάφραση του "perfumy" σε Ελληνικά

Το άρωμα είναι η μετάφραση του "perfumy" σε Ελληνικά.

perfumy noun γραμματική

kosmet. roztwór alkoholowy odpowiednio dobranych substancji zapachowych, stosowany jako kosmetyk [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρωμα

    noun neuter

    μείγμα με ευχάριστη μυρωδιά

    Kiedy wracam z zawodów surferów, sprawdza moje ubrania, czy nie pachną innymi perfumami.

    ΟΚ, όταν γυρνάω σπίτι από έναν μεγάλο αγώνα σέρφινγκ, μυρίζει τα ρούχα μου για άρωμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perfumy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "perfumy"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perfumy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη