Μετάφραση του "period" σε Ελληνικά

Οι διάρκεια, χρονική διάρκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "period" σε Ελληνικά.

period Noun noun masculine γραμματική

rzad. fizj. okresowe fizjologiczne krwawienie z macicy, zazwyczaj co cztery tygodnie [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάρκεια

    noun feminine
  • χρονική διάρκεια

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " period " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "period" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη