Μετάφραση του "periodyk" σε Ελληνικά
Οι περιοδικό, περιοδική έκδοση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "periodyk" σε Ελληνικά.
periodyk
noun
masculine
γραμματική
czasopismo o regularnej częstotliwości ukazywania się; [..]
-
περιοδικό
noun neuterTekst jego wykładu ma zostać wkrótce opublikowany w tym periodyku.
Το κείμενο της διαλέξεως αυτής θα δημοσιευθεί σύντομα στο εν λόγω περιοδικό.
-
περιοδική έκδοση
δημοσιευμένο έργο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " periodyk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη