Μετάφραση του "perm" σε Ελληνικά

Οι πέρμια περίοδος, Πέρμια περίοδος, Μολότοφ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perm" σε Ελληνικά.

perm noun masculine γραμματική

geol. szósty i ostatni okres ery paleozoicznej; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πέρμια περίοδος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Perm proper noun masculine γραμματική

geogr. adm. miasto w Federacji Rosyjskiej na Uralu, stolica Kraju Permskiego; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πέρμια περίοδος

  • Μολότοφ

    noun
  • Περμ

    noun

    Odsiedział 23 lata w 4 więzieniach w Perm.

    Εξέτισε 23 χρόνια σε τέσσερεις απομακρυσμένες φυλακές στο Περμ.

Εικόνες με "perm"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη