Μετάφραση του "petrografia" σε Ελληνικά
Οι πετρογραφία, πετρολογία, πετρογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "petrografia" σε Ελληνικά.
petrografia
noun
feminine
γραμματική
geol. nauka o składzie i właściwościach skał;
-
πετρογραφία
noun femininegeol. nauka o składzie i właściwościach skał;
-
πετρολογία
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " petrografia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Petrografia
-
πετρογραφία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη