Μετάφραση του "pewien" σε Ελληνικά

Οι κάποιος, σίγουρος, ακριβής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pewien" σε Ελληνικά.

pewien adjective Adjective Pronoun masculine γραμματική

określający rzecz znaną mówiącemu, lecz nieujawnianą czy nieokreślaną dokładnie w danej wypowiedzi; niejaki, jakiś [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάποιος

    adjective

    określający rzecz znaną mówiącemu, lecz nieujawnianą czy nieokreślaną dokładnie w danej wypowiedzi; niejaki, jakiś

    W takich systemach występuje do pewnego stopnia konkurencja między szpitalami w zakresie świadczenia usług opieki zdrowotnej.

    Σε τέτοια συστήματα υπάρχει κάποιος βαθμός ανταγωνισμού μεταξύ νοσοκομείων όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

  • σίγουρος

    adjective masculine

    całkowicie przekonany o słuszności

    Jestem pewien, że wymyślił tę historię dla rozgłosu.

    Eίμαι σίγουρος πως όλα αυτά τα κάνει για τη δημοσιότητα.

  • ακριβής

    adjective

    Podobnie prawdopodobieństwo, że pewna i właściwa metoda wykrywania będzie zawsze dostępna jest małe.

    Επίσης, είναι απίθανο να υπάρχει πάντοτε άμεσα διαθέσιμη μια ακριβής μέθοδος ανίχνευσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ασφαλής
    • βέβαιος
    • κάποιοι
    • μερικοί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pewien " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pewien" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άκακος · αβλαβής · ακίνδηνος · αξιόπιστος · ασφαλής · βέβαιος · θετικός · σίγουρος · σταθερός
  • αναμφίβολα · ασφαλώς · βέβαια · βεβαίως · σίγουρα
  • βέβαιος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pewien" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη