Μετάφραση του "pewny" σε Ελληνικά

Οι βέβαιος, άκακος, αβλαβής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pewny" σε Ελληνικά.

pewny adjective masculine γραμματική

nie ulegający wątpliwości; taki, który niewątpliwie nastąpi [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • βέβαιος

    adjective masculine

    Nie możesz być pewny, że jest twoim synem.

    Δεν μπορείς να είσαι βέβαιος ότι είναι γιος σου.

  • άκακος

    adjective
  • αβλαβής

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακίνδηνος
    • ασφαλής
    • αξιόπιστος
    • θετικός
    • σίγουρος
    • σταθερός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pewny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pewny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακριβής · ασφαλής · βέβαιος · κάποιοι · κάποιος · μερικοί · σίγουρος
  • αναμφίβολα · ασφαλώς · βέβαια · βεβαίως · σίγουρα
  • βέβαιος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pewny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη