Μετάφραση του "pieszo" σε Ελληνικά

Οι με τα πόδια, πεζή, περπατώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pieszo" σε Ελληνικά.

pieszo adverb

idąc, biegnąc, nie zaś pojazdem [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • με τα πόδια

    adverb

    idąc, biegnąc, nie zaś pojazdem

    Tom chodzi pieszo do szkoły.

    Ο Τομ πάει σχολείο με τα πόδια.

  • πεζή

    adjective

    idąc, biegnąc, nie zaś pojazdem

    Ogromne znaczenie ma przede wszystkim wysokiej jakości infrastruktura, w tym solidne chodniki dla pieszych i ścieżki dla rowerzystów.

    Υψηλής ποιότητας υποδομές, όπως και καλά οδοστρώματα για πεζούς και ποδηλάτες, μπορούν να συμβάλουν σε αυτό.

  • περπατώ

    verb

    idąc, biegnąc, nie zaś pojazdem

    Pokonuje też pieszo dziesięć kilometrów w górzystym terenie, by dotrzeć na zebrania.

    Επίσης, περπατάει 10 χιλιόμετρα μέσα από ορεινές περιοχές για να πάει στις συναθροίσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pieszo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pieszo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pieszo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη