Μετάφραση του "pieszy" σε Ελληνικά
Οι πεζός, πεζοπόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pieszy" σε Ελληνικά.
pieszy
adjective
noun
masculine
γραμματική
poruszający się jedynie na własnych nogach [..]
-
πεζός
noun adjective masculineως ουσιαστικό, που δεν είναι εποχούμενος [..]
I na górze problemów mechanicznych, mieliśmy do czynienia z pieszych Rangunie jest.
Και εκτός από τα μηχανικά προβλήματα, Έπρεπε να αντιμετωπίσουμε και τους πεζούς.
-
πεζοπόρος
nounNasz student lubi piesze wędrówki
Ο φοιτητής μας είναι πεζοπόρος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pieszy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "pieszy"
Φράσεις παρόμοιες με "pieszy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πεζοδρόμιο
-
ζώνη κυκλοφορίας πεζών · πεζοδρομημένη ζώνη
-
ζώνη κυκλοφορίας πεζών
-
μονοπάτι · πεζόδρομος · περίπατος
-
με τα πόδια · πεζή · περπατώ
-
Πεζόδρομος
-
γεφυράκι · διάβαση πεζών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη