Μετάφραση του "pieszy" σε Ελληνικά

Οι πεζός, πεζοπόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pieszy" σε Ελληνικά.

pieszy adjective noun masculine γραμματική

poruszający się jedynie na własnych nogach [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεζός

    noun adjective masculine

    ως ουσιαστικό, που δεν είναι εποχούμενος [..]

    I na górze problemów mechanicznych, mieliśmy do czynienia z pieszych Rangunie jest.

    Και εκτός από τα μηχανικά προβλήματα, Έπρεπε να αντιμετωπίσουμε και τους πεζούς.

  • πεζοπόρος

    noun

    Nasz student lubi piesze wędrówki

    Ο φοιτητής μας είναι πεζοπόρος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pieszy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pieszy"

Φράσεις παρόμοιες με "pieszy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pieszy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη