Μετάφραση του "piszczel" σε Ελληνικά
Οι κνήμη, κνημιαίο οστό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "piszczel" σε Ελληνικά.
piszczel
noun
feminine
masculine
γραμματική
anat. podstawowa kość goleni; [..]
-
κνήμη
noun feminineanat. anatomia podstawowa kość goleni; [..]
Więzadła krzyżowe zostały oddzielone sporo poniżej złączenia z piszczelą.
Οι πρόσθιοι χιαστοί αποχωρίστηκαν πολύ χαμηλότερα απ'την κνήμη.
-
κνημιαίο οστό
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " piszczel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη