Μετάφραση του "pisuar" σε Ελληνικά
Οι ουρητήριο, ανδρικό ουρητήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pisuar" σε Ελληνικά.
pisuar
noun
masculine
γραμματική
muszla w ubikacji męskiej do oddawania moczu na stojąco [..]
-
ουρητήριο
neutermęska ubikacja publiczna wyposażona w pisuary [..]
Pomimo tego, że większość czasu spędziłeś wymiotując do pisuaru.
Πέρασες τον περισσότερο καιρό εκεί ξερνώντας σε ένα ουρητήριο.
-
ανδρικό ουρητήριο
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pisuar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "pisuar"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη