Μετάφραση του "polietylen" σε Ελληνικά
Το Πολυαιθυλένιο είναι η μετάφραση του "polietylen" σε Ελληνικά.
polietylen
noun
masculine
γραμματική
produkt polimeryzacji etylenu, stosowany do wyrobu folii, opakowań, izolacji [..]
-
Πολυαιθυλένιο
το πιο κοινό πλαστικό.
Butelki z tworzywa wykonane z polietylenu, z korkiem i o podstawie w kształcie koła.
Πλαστική φιάλη από πολυαιθυλένιο, με πώμα και κυκλικό σχήμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " polietylen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη